Ο αλαλαγμός για ένα κόρνερ
Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 ήταν. Το στοίχημα δεν ήταν τόσο εξαπλωμένο. Για την ακρίβεια, δεν ήταν τόσο ευρέως εξαπλωμένο. Ελάχιστοι οι μύστες, ακόμη περισσότερο λιγότερα τα όσα γνώριζαν – και προσφέρονταν – στην πλειοψηφία. Καλά καλά το live δεν βρίσκονταν (μετά δυσκολίας έστω) στο μενού στις αναλύσεις στοιχήματος.
Στο γραφείο λοιπόν, σε ώρα αιχμής για όλους και όχι μόνο για εκείνους – σαν την αφεντιά μου – που και επαγγελματικά ήταν εντεταλμένοι με τις αναμετρήσεις του Παγκοσμίου Κυπέλλου, βλέπαμε ένα παιχνίδι. Άλλοι για να το γράψουν, άλλοι για κοζερί, άλλοι για… μεροκάματο.
Μεγάλα τα γραφεία. Πάνω από είκοσι μέτρα το πλάτος τους, ξεπερνούσαν τα τριάντα το μήκος. Πολλά επιμέρους, διάφορα δωματιάκια, με συνήθως πάντως τις πόρτες ανοιχτές, πάνω από 50-60 συντάκτες στον όροφο, τουλάχιστον 6-7 τηλεοράσεις. Μελίσσι κανονικό.
Το παιχνίδι, δεν το θυμάμαι. Ποιος έπαιζε με ποιον, πότε, πόσο ήρθε. Θυμάμαι μόνο πως μία από τις δύο ομάδες ήταν «μεγάλη», ονομαστή, είχε κόσμο που τη στήριζε. Η Βραζιλία ήταν; Η Γερμανία; Θα σας γελάσω. Θυμάμαι μόνο πως κάποια στιγμή, καταλογίζεται πέναλτι. Υπέρ του «μεγάλου», κατά του «μεγάλου», πάλι δεν…
Όπως και να ‘χει, μέχρι να εκτελεστεί το πέναλτι, παύση. Σε όλον τον όροφο. Να δούμε την κατάληξη και μετά η συνέχεια. Το πέναλτι χάνεται, ο τερματοφύλακας το έβγαλε. Άλλοι πανηγυρίζουν, άλλοι σιχτιρίζουν, άλλοι κατακρίνουν τον εκτελεστή, άλλοι αποθεώνουν το τέρμα.
Δεν είδα από που. Δεν κατάλαβα ποιος. Ακόμη και σήμερα δεν ξέρω ποιος το φώναξε. Αυτό που θυμάμαι είναι πως το έκανε πανηγυρίζοντας.
«Κόρνερρρρρρρρρ».
Προφανής ο λόγος. Μου έκανε τόση εντύπωση. Μόνο και μόνο ότι αυτός ο αλαλαγμός είναι ό,τι μου έμεινε από εκείνο το παιχνίδι, από εκείνη τη μέρα, νομίζω φτάνει. Άλλαζε το τοπίο. Και για τον τρόπο που έβλεπα τη μπαλίτσα και για τον τρόπο που – σιγά σιγά – θα τζόγαρα.
Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός προγνωστικά
Ψάχνοντας λοιπόν για το αποψινό ντέρμπι στις αθλητικές μεταδόσεις ημέρας, στη ρεβάνς των προημιτελικών του Κυπέλλου Ελλάδας Betsson, ύστερα από ώρα ομολογώ, το μάτι μου έπεσε σε ένα από τα προσφερόμενα ειδικά.
«Ο διαιτητής θα ελέγξει στην οθόνη του VAR κάποια αμφισβητούμενη φάση»;
Κοινώς, να γίνει το περίφημο, πολυτραγουδισμένο (και) στα μέρη μας, on field review. Στο πρώτο ματς, στο Στάδιο, ο «πολύς» Μαρτσίνιακ είχε κάνει επίδειξη. Όχι στην… τηλεορασίτσα (που λέει και η ανιψιά μου) δεν πήγε, αλλά χρειάστηκε να φτάσουμε στο παρά δύο για να δείξει την πρώτη κάρτα.
Στο δεύτερο κατά σειρά ντέρμπι «ερυθρόλευκων» και «πράσινων», των πρωτοπόρων στη βαθμολογία Super League, στο Φάληρο την περασμένη εβδομάδα, ο Βίντσιτς πήγε δύο φορές. Την πρώτη καταλογίζοντας την αποβολή στον Κοστίνια, τη δεύτερη το πέναλτι στον Ιωαννίδη (αν πήγε και άλλη, μικρό το κακό).
Στα μάτια μου, στον τρόπο που πλέον αντιλαμβάνομαι το παιχνίδι, στον τρόπο που πλέον τζογάρω, σε τέτοιο ντέρμπι, σε τέτοια συνθήκη, στις μέρες μας, το να τιμολογείται λοιπόν στον τριπλασιασμό η πιθανότητα να γίνει ο σχετικός έλεγχος έστω μια φορά, είναι κάτι που πρώτα αγοράζω και μετά σκέφτομαι.
Και αντί για γκολ, πέναλτι, κόκκινη, κατάρες, πανηγύρια και σιχτίρια, εύκολα, μετά, φωνάζω VARRRRRRR.
Αυτά τα ολίγα, ελπίζω χρήσιμα και διαφωτιστικά και ουδόλως δογματικά.